κήρυκας


κήρυκας
[кирикас] ουσ. α. глашатай, (εκκλ.) проповедник,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "κήρυκας" в других словарях:

  • κήρυκας — ο проповедник Этим. < дргр. κήρυξ, υκος, санскр. karu – «певец, поэт»., инд. kar «воспевать, петь», санскр. car kar ti «восхвалять, воспевать» …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • κήρυκας — ο (ΑΜ κήρυξ και κήρυξ, υκος, Α αιολ. τ. κᾱρυξ, ὁ και σπαν. ἡ) 1. αυτός που κηρύσσει κάτι μεγαλοφώνως στο πλήθος, διαλαλητής, ντελάλης («κήρυκες, Διὸς ἄγγελοι ἠδὲ καὶ ἀνδρῶν», Ομ. Ιλ.) 2. αυτός που διδάσκει ή μεταδίδει με προφορικό ή γραπτό λόγο… …   Dictionary of Greek

  • κήρυκας — ο 1. αυτός που κηρύσσει, αυτός που διδάσκει ιδέες: Είναι κήρυκας του θείου λόγου. 2. αυτός που φέρνει προτάσεις ανακωχής, ειρήνης, κτλ., μεταξύ εμπολέμων: Έστειλαν κήρυκα για ειρήνη …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Κήρυκας — Κήρυξ masc acc pl Κήρυκες masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κήρυκας — κῆρυξ herald masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κηρύσσω — και κηρύττω (ΑΜ κηρύσσω, Α αττ. τ. κηρύττω, δωρ. τ. καρύσσω) [κήρυξ] 1. γνωστοποιώ μεγαλοφώνως κάτι στο πλήθος ως κήρυκας, καλώ, συγκαλώ («κέλευσε κηρύσσειν ἀγορήνδε κάρη κομόωντας Αχαιούς», Ομ. Ιλ.) 2. κάνω κάτι επίσημα γνωστό, δηλώνω, διαλαλώ,… …   Dictionary of Greek

  • Ταλθύβιος — Σπαρτιάτης, κήρυκας και υπηρέτης του Αγαμέμνονα, τον οποίο τιμούσαν ως ήρωα στη Σπάρτη. Μετά τον Τρωικό πόλεμο οδήγησε άποικους στην Κρήτη, όπου έχτισε την Τεγέα. Τάφος και μνημεία του Τ. υπήρχαν στη Σπάρτη. Επειδή οι Σπαρτιάτες σκότωσαν τους… …   Dictionary of Greek

  • κηρυκεύω — (Α κηρυκεύω) [κήρυξ] είμαι κήρυκας, ασκώ καθήκοντα κήρυκα («μηδὲ κηρυκευσάτω, μηδέ πρεσβευσάτω, μηδὲ τους πρεσβεύσαντας κρινέτω», Αισχίν.) αρχ. 1. γνωστοποιώ («τὰ δὲ τοιάδε χρή κηρυκεύειν», Ευρ.) 2. (με γεν.) είμαι κήρυκας κάποιου («κηρυκεύειν… …   Dictionary of Greek

  • στρατοκήρυξ — ήρυκος, ὁ, Α 1. στρατιωτικός κήρυκας, κήρυκας στρατού ή στρατοπέδου 2. α) ένας από τους πέντε εκτάκτους, δηλαδή τους αποσπασμένους σε ειδική υπηρεσία, που ήταν προσκολλημένος στην πρώτη τάξη ή στο πρώτο σύνταγμα στρατιωτών β) καθένας από τους… …   Dictionary of Greek

  • Heliaia — or Heliaea(Greek: polytonic|Ήλιαία) (Doric: Halia) was the supreme court of ancient Athens. Τhe generally held scientific view is that the court drew its name from the ancient Greek verb polytonic|Ήλιάζεσθαι, which means polytonic|συναθροίζεσθαι …   Wikipedia